Βεγγέρα στην Ευγιά

Βεγγέρα για την Άννα και τον Μιχάλη

Μια συνάντηση με λόγια, εικόνες και μνήμη· με αφορμή το βιβλίο της Άννας

Μια ιστορία για τον νου, την καρδιά και τη μνήμη

Κάποτε έκαναν ένα πείραμα με ποντίκια. Τα έβαλαν σε μια δεξαμενή με δύο εξόδους: μία φωτεινή και μία σκοτεινή. Τα μεγάλα έτρεχαν στο φως – μα εκεί τα περίμενε παγίδα, τα κεραυνοβολούσε ηλεκτρικό ρεύμα . Η σωτηρία ήταν στο σκοτάδι. Στην αρχή άργησαν να το βρουν, μα τα μικρά ποντίκια το κατάλαβαν πιο γρήγορα. Κι αργότερα, σε άλλες χώρες, τα ποντίκια ήξεραν εξαρχής τον δρόμο. Οι επιστήμονες είπαν: «Υπάρχει συλλογική μνήμη». Μια μέρα, ο Σήφης ο ριμαδόρος και γείτονας μού είπε: «Δεν είναι δικά μας οι μαντινάδες. Μας βρίσκουν, περνούν από μέσα μας, μα ανήκουν σε όλους». Στο τετράτομο έργο «Φιλοκαλία», γραμμένο από ανθρώπους που είχαν αφιερώσει την ζωή τους στην άσκηση και στην αναζήτηση του Θεού, αναφέρεται: «Ο νους κατεβαίνει στην καρδιά». Όταν ο νους ενωθεί με την καρδιά, τότε ο άνθρωπος βρίσκει αληθινή σοφία. Η Άννα δεν ξέρει όλα αυτά. Κι όμως, όταν μιλήσαμε, μας είπε: «Τα ξέρω όλα». Όχι με την έννοια του εγωισμού, αλλά σαν μια ήρεμη βεβαιότητα που γεννήθηκε μέσα από τις δοκιμασίες της ζωής. Κι ακούστε πώς το λέει η ίδια, μέσα στο ποίημά της: «…και ακούει κουβέντες καθαρές στο νου ντου το σταλίκι, που μονομιάς με την καρδιά κάνουνε συναλλίκι, και αγάλι αγάλι γίνονται οι μπιστικοί του φίλοι, π ανοίγουν με χρυσό κλειδί την κλειδωμένη πύλη». ( Απόσπασμα από την κουβέντα με την σκέψη)

Το βίντεο της βεγγέρας

Μικρό απόσπασμα από τη βραδιά μας στην Ευγιά, στο πνεύμα της ανοιχτής γειτονιάς και της κοινής μνήμης.

Κλείνει με Χ, κλικ έξω ή Esc.

Βιογραφικό της Άννας

Το Ταξίδι με το λογισμό της Άννας είναι κάτι παραπάνω από σελίδες — είναι μια φωνή που βγαίνει από την ψυχή της και συναντά τη δική μας.


.

Η Άννα μεγάλωσε σε μια εποχή με φτώχεια και δυσκολίες. Μα εκείνα τα χρόνια είχαν κι ένα δώρο: την ομορφιά του τόπου, τη συντροφιά των ανθρώπων, την απλότητα της ζωής. Από μικρό παιδί, ζούσε με λαχτάρα τις διηγήσεις των παλαιών στις βεγγέρες, τα ριζίτικα τραγούδια που τραγουδούσε μαζί με τον πατέρα της, τις μαντινάδες που ξεπηδούσαν σαν ποτάμι από την ψυχή των ανθρώπων, και την αλληλεγγύη που ποτέ δεν χρειαζόταν να την ζητήσεις — γιατί ερχόταν μόνη της. Η Άννα δεν έγραψε για να γίνει συγγραφέας· έγραψε γιατί δεν χωρούσαν όλα όσα ζούσε μέσα στη σιωπή.

Μαζί με την εννιαμελή οικογένειά της, έφυγε για την Αθήνα, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η Άννα ήταν τότε δέκα χρονών. Κουβαλούσε στη μνήμη της την αλήθεια και τη ζεστασιά του χωριού· όμως βρέθηκε ξαφνικά σε ένα περιβάλλον διαφορετικό, απόμακρο, μακριά από το θεραπευτικό για την ψυχή ενός παιδιού τοπίο του τόπου της.

Στην Αθήνα γνώρισε τον Μιχάλη, έναν άνθρωπο που στάθηκε δίπλα της με δύναμη και καλοσύνη· σεβαστός στην κοινωνία μας, μα και αυστηρός κριτής που ενίσχυσε την προσπάθειά της να εκφραστεί. Παντρεύτηκαν κι ύστερα πήραν την απόφαση να επιστρέψουν εκεί όπου χτυπούσε πάντα η καρδιά της Άννας: στον αγαπημένο της Κουρνά. Έφτιαξαν το σπιτικό τους, δημιούργησαν οικογένεια, δούλευαν, δημιουργούσαν, κι όλα κυλούσαν όπως ίσως φανταζόταν και ήθελε η Άννα κι ο Μιχάλης.

Μα η απρόβλεπτη ζωή τους έφερε μια από τις πιο μεγάλες πίκρες που μπορεί να σηκώσει ο άνθρωπος. Το αγαπημένο τους παιδί, ο Μανώλης —εκείνος που μοιραζόταν τις αγάπες της μάνας για τους στίχους και του πατέρα για τις μέλισσες— φεύγει, ταξιδεύοντας με ένα ολοκαίνουργιο καράβι στην Αυστραλία.

Οι συνθήκες ήταν τέτοιες, λες κι είχαν σχεδιαστεί για να δώσουν τον πιο μεγάλο πόνο… Κι όμως, μέσα από τη στάση τους, η Άννα κι ο Μιχάλης έδειξαν σε όλους μας κάτι σπουδαίο: ότι ακόμη και στο σκοτάδι, μπορεί να σκορπιστεί φως. Η δύναμη του παραδείγματός τους γέννησε χαρά, αισιοδοξία, θαυμασμό, παρά τον αβάσταχτο πόνο.

Η Άννα άφησε τη δουλειά της στο ξενοδοχείο και ακολούθησε αυτό που λίγοι τολμούν: τον δρόμο της καρδιάς της. Έδειξε ότι η αληθινή ανάπτυξη δεν είναι η υπερβολή, αλλά η φροντίδα. Παράδοση δεν είναι μόνο τα τραγούδια και οι μαντινάδες· είναι κι ο τόπος ο ίδιος που μας παραδόθηκε και πρέπει να τον παραδώσουμε.

Όχι σε μια ανάπτυξη που θυμίζει αρρώστια και μας στερεί τον τόπο, αλλά σε έναν τρόπο ζωής που χωράει και τους κατοίκους και τους επισκέπτες, έτσι ώστε ο ξένος να χαίρεται μαζί μας, και εμείς να απολαμβάνουμε τον τόπο μας όπως παλιά. Οι επισκέπτες αυξάνονται αλματωδώς, όχι γιατί το έχει ανάγκη ο τόπος, αλλά γιατί το επιβάλλει το σύστημα που ζητά ολοένα και περισσότερο, σαν την αρρώστια της εποχής. Το περιβάλλον φωνάζει ότι δεν αντέχει.

Κι όμως, η Άννα βρήκε τρόπο να σταθεί —ασυνείδητα ίσως, όπως έρχονται οι λέξεις και οι μαντινάδες—. Στήνει λοιπόν τον πάγκο της, μιλά στους επισκέπτες με τη γλώσσα της καρδιάς και πουλάει το αγνό μέλι του συντρόφου της. Μας λέει: τίποτα δεν είναι εύκολο. Μα μπορούμε. Δεν χρειάζονται πολλοί· χρειάζονται λίγοι και καλοί. Και πάνω απ’ όλα, να μη χαρίσουμε αυτό που μας παραδόθηκε στο όνομα μιας ανάπτυξης που σκοτώνει τα παιδιά μας.

Η Άννα δεν στάθηκε μόνη. Μιλάει με σεβασμό για τους συναδέλφους της ριμαδόρους και για τους καλλιτέχνες της γειτονιάς της.

Η Άννα μετέτρεψε τον πόνο σε δημιουργία. Έγραψε γιατί αυτό ζητούσε η ψυχή της, ο άγγελός της. Έτσι γεννήθηκε το Ταξίδι με το λογισμό. Ένα βιβλίο που δεν είναι μόνο ποίηση· είναι στάση ζωής. Και τα έσοδα θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό.

Σήμερα δεν παρουσιάζουμε μόνο ένα βιβλίο. Παρουσιάζουμε μια στάση ζωής. Τιμούμε την Άννα, τον Μιχάλη, και τον τόπο μας. Σας ευχαριστούμε που μοιραστήκατε μαζί μας αυτό το ταξίδι. Ας συνεχίσουμε να κρατάμε ζωντανή την καρδιά αυτού του τόπου.

Συνέντευξη της Άννας & του Μιχάλη
Συνέντευξη της Άννας & του Μιχάλη
Οι εικόνες παρέχονται από το Pexels
Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε